FEATUREDTechnologyΓενικά

Οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο στην Apple για το μονοπώλιο στα smartphones

Το υπουργείο Δικαιοσύνης κατέθεσε αγωγή κατά της εταιρείας σε ομοσπονδιακό δικαστήριο του Νιου Τζέρσεϊ…

Στο στόχαστρο της Αμερικανικής κυβέρνησης βρέθηκε για μια ακόμη φορά η Apple, η οποία κατηγορείται ότι δημιουργεί μονοπώλιο στην αγορά των κινητών τηλεφώνων (smartphones). Η κυβέρνηση Μπάιντεν μήνυσε την Apple σήμερα, Πέμπτη 21 Μαρτίου, υποστηρίζοντας ότι ο τεχνολογικός κολοσσός περιορίζει τους ανταγωνιστές, αλλά και τις επιλογές που είναι διαθέσιμες στους καταναλωτές.

Η αγωγή, που κατατέθηκε από το υπουργείο Δικαιοσύνης σε ομοσπονδιακό δικαστήριο του Νιου Τζέρσεϊ, είναι η τελευταία σε μια σειρά κινήσεων της κυβέρνησης Μπάιντεν με στόχο να περιορίσει την παράνομη, όπως υποστηρίζει, αντιανταγωνιστική συμπεριφορά ορισμένων από τις μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας της χώρας. Δεκαέξι γενικοί εισαγγελείς πολιτειών και περιφερειών ενώθηκαν με το υπουργείο Δικαιοσύνης για την άσκηση της υπόθεσης.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
«Ισχυριζόμαστε ότι η Apple έχει διατηρήσει μονοπωλιακή δύναμη στην αγορά των smartphones, όχι απλώς παραμένοντας μπροστά από τον ανταγωνισμό επί της ουσίας, αλλά παραβιάζοντας την ομοσπονδιακή αντιμονοπωλιακή νομοθεσία», ανέφερε ο Γενικός Εισαγγελέας Merrick Garland, σε δήλωσή του σχετικά με την αγωγή. «Αν αφεθεί χωρίς αντίλογο, η Apple θα συνεχίσει να ενισχύει το μονοπώλιο των smartphone της».

Στην αγωγή, το υπουργείο ισχυρίζεται ότι η Apple χρησιμοποίησε τον έλεγχό της επί του iPhone για να «συμμετάσχει σε μια ευρεία, συνεχή και παράνομη πορεία συμπεριφοράς», με σκοπό να διατηρήσει τον έλεγχό της στην αγορά των smartphones και να εμποδίσει τους αντιπάλους της να προσελκύσουν καταναλωτές.

Η Apple κατηγορείται επίσης ότι σκόπιμα καθιστά χειρότερη και λιγότερο ασφαλή την ποιότητα των μηνυμάτων σε άλλες πλατφόρμες για να δώσει κίνητρο στους χρήστες άλλων smartphones να μεταπηδήσουν σε iPhone.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
Τι απαντά η Apple
Σε ανακοίνωσή της, η Apple αρνήθηκε τους ισχυρισμούς και κατηγόρησε την κυβέρνηση για υπερβολική παρέμβαση.

«Στην Apple, καινοτομούμε καθημερινά για να φτιάχνουμε τεχνολογία που αγαπούν οι άνθρωποι -σχεδιάζοντας προϊόντα που συνεργάζονται άψογα μεταξύ τους, προστατεύουν την ιδιωτικότητα και την ασφάλεια των ανθρώπων και δημιουργούν μια μαγική εμπειρία για τους χρήστες μας», ανέφερε. «Αυτή η αγωγή απειλεί αυτό που είμαστε και τις αρχές που κάνουν τα προϊόντα της Apple να ξεχωρίζουν στις έντονα ανταγωνιστικές αγορές. Αν επιτύχει, θα εμποδίσει την ικανότητά μας να δημιουργούμε το είδος της τεχνολογίας που οι άνθρωποι περιμένουν από την Apple – όπου το υλικό, το λογισμικό και οι υπηρεσίες διασταυρώνονται. Θα δημιουργούσε επίσης ένα επικίνδυνο προηγούμενο, που θα έδινε τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να παρεμβαίνει στον σχεδιασμό της τεχνολογίας των ανθρώπων. Πιστεύουμε ότι αυτή η αγωγή είναι λανθασμένη βάσει των γεγονότων και του νόμου και θα αμυνθούμε σθεναρά εναντίον της».

Η υπόθεση αποτελεί μέρος της ευρύτερης αντιμονοπωλιακής καταστολής του προέδρου Τζο Μπάιντεν κατά των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας. Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης έχει ήδη μηνύσει την Google για υποτιθέμενη μονοπώληση των ψηφιακών διαφημιστικών υπηρεσιών, ενώ η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου έχει μια μακροχρόνια υπόθεση αντιμονοπωλιακής προστασίας που εκκρεμεί κατά της Meta, μητρικής εταιρείας του Facebook, καθώς και μια πιο πρόσφατη κατά της Amazon.

Και τον Δεκέμβριο, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου προσπάθησε να εμποδίσει την κλειστή πλέον εξαγορά της εταιρείας παιχνιδιών Activision από τη Microsoft.

Τρίτη και… φαρμακερή
Αυτή θα είναι η τρίτη φορά που το υπουργείο Δικαιοσύνης μηνύει την Apple για αντιμονοπωλιακές παραβιάσεις τα τελευταία 14 χρόνια. Η μήνυση έρχεται, μάλιστα, καθώς η Apple βρίσκεται υπό αυξανόμενο έλεγχο στην Ευρώπη για αντιανταγωνιστική συμπεριφορά.

Χαρακτηριστικά, στην εταιρεία επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 1,8 δισεκατομμυρίων ευρώ αυτόν τον μήνα επειδή απέκλεισε τους ανταγωνιστές της – στο streaming μουσικής – από το να προσφέρουν φθηνότερες προσφορές.

Η Apple άσκησε έφεση κατά του προστίμου και δήλωσε ότι οι ρυθμιστικές αρχές απέτυχαν να αποκαλύψουν οποιαδήποτε «αξιόπιστη απόδειξη για βλάβη των καταναλωτών».