Η φορολογική πολιτική επιβαρύνει δυσανάλογα την κατανάλωση και την εργασία, σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026
Ο ΦΠΑ εξελίσσεται ολοένα και περισσότερο στον βασικό «αιμοδότη» των δημόσιων εσόδων στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης για τη φορολογία (Annual Report on Taxation 2026) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μάλιστα, η Ελλάδα αναδεικνύεται πρωταθλήτρια στην αύξηση της εξάρτησης αυτής μεταξύ των χωρών της Ε. Ε.
Η εξέλιξη αυτή λειτουργεί εις βάρος των πολιτών, μεταφέροντας το φορολογικό βάρος στην κατανάλωση και επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα νοικοκυριά, σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια συνεχίζει να πιέζει το διαθέσιμο εισόδημα.
Την ώρα που οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδιώκουν να περιορίσουν σταδιακά την εξάρτησή τους από τους φόρους κατανάλωσης, η Ελλάδα ακολουθεί αντίθετη πορεία, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αύξηση της συμμετοχής του ΦΠΑ στα συνολικά φορολογικά έσοδα την τελευταία δεκαετία.
Η εικόνα που αποτυπώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναδεικνύει μια σημαντική ιδιαιτερότητα του ελληνικού συστήματος, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται στις ελάχιστες όπου το βάρος των φόρων κατανάλωσης δεν μειώθηκε. Παράλληλα εμφανίζει τον υψηλότερο πραγματικό φορολογικό συντελεστή επί της εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα επιβαρυντικό μείγμα, καθώς οι πολίτες φορολογούνται αρχικά κατά την απόκτηση του εισοδήματός τους και στη συνέχεια εκ νέου, μέσω του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων, κατά την κατανάλωσή του.
Συγκεκριμένα, από το 2014 έως το 2024, το μερίδιο του ΦΠΑ στα συνολικά φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες, καταγράφοντας την υψηλότερη άνοδο στην ΕΕ, με την Ουγγαρία (αύξηση 2,3 μονάδων) και την Ιταλία (αύξηση 1,8 μονάδων) να ακολουθούν.
Στον αντίποδα, χώρες όπως το Λουξεμβούργο, η Ρουμανία και η Λιθουανία μείωσαν την εξάρτησή τους από τον συγκεκριμένο έμμεσο φόρο.
Η αυξανόμενη αυτή εξάρτηση καθιστά το φορολογικό σύστημα πιο άδικο, καθώς ο ΦΠΑ επιβάλλεται οριζόντια και επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο τα φτωχότερα νοικοκυριά που δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Κρίσιμη παράμετρος για την αξιολόγηση των εσόδων παραμένει το λεγόμενο κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ, δηλαδή η απόκλιση ανάμεσα στα θεωρητικά προσδοκώμενα έσοδα υπό συνθήκες πλήρους συμμόρφωσης και στα ποσά που τελικά εισπράττονται.
Η απόκλιση αυτή επηρεάζεται από τη φοροδιαφυγή, την απάτη, τις επιχειρηματικές πτωχεύσεις και την αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης.
Αν και η έκθεση δεν παρουσιάζει νέο αυτοτελές ποσοστό για το ελληνικό κενό ΦΠΑ, επισημαίνει ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό περιθώριο αύξησης των εσόδων της μέσω του περιορισμού των απωλειών, χωρίς να απαιτείται αύξηση των συντελεστών.
Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται η μεταρρύθμιση της ηλεκτρονικής διαβίβασης παραστατικών (σύστημα myDATA), η οποία στοχεύει στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και την ενίσχυση της διαφάνειας για επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενους.
Η υψηλή εξάρτηση από τον ΦΠΑ εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο έντονης φορολόγησης της κατανάλωσης στην Ελλάδα, η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ευρωπαϊκή τάση.
Σε επίπεδο ΕΕ, οι φόροι κατανάλωσης υποχώρησαν ως μερίδιο των συνολικών εσόδων από 28,3% το 2014 σε 26,8% το 2024, με τη μείωση να αφορά 24 από τα 27 κράτη-μέλη
Οι μόνες εξαιρέσεις όπου η επιβάρυνση αυτή δεν υποχώρησε ήταν η Ελλάδα, η Ουγγαρία και η Γαλλία.
Στην Ελλάδα, οι φόροι κατανάλωσης αντιπροσώπευαν το 37,8% των συνολικών φορολογικών εσόδων το 2024, ξεπερνώντας κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μέτρα όπως το πάγωμα του ΦΠΑ στις κατοικίες, υπό την πίεση της στεγαστικής κρίσης δεν διαφοροποιούν την εικόνα.
Αν και χώρες όπως η Κροατία (48,1%) και η Βουλγαρία (42,8%) εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά, στην Ελλάδα η επιβάρυνση αυτή συνδυάζεται με εξαιρετικά υψηλή φορολόγηση της εργασίας, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα δυσμενές περιβάλλον.
Παράλληλα, καταγράφεται ένα ακόμη παράδοξο: ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην κατανάλωση στην Ελλάδα υποχώρησε κατά 2,6 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2014 και 2024, σημειώνοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη πτώση στην ΕΕ μαζί με το Βέλγιο.
Ο πραγματικός συντελεστής δεν ταυτίζεται με τον ονομαστικό συντελεστή ΦΠΑ, καθώς προκύπτει από τη σχέση των συνολικών εσόδων προς την εκτιμώμενη φορολογική βάση και επηρεάζεται από τις απαλλαγές, τους μειωμένους συντελεστές και τη φοροδιαφυγή.
Η ταυτόχρονη μείωση αυτού του δείκτη με την αύξηση του μεριδίου των εσόδων από τον ΦΠΑ υποδηλώνει ότι η ισχυρή εισπρακτική απόδοση των τελευταίων ετών δεν οφείλεται αποκλειστικά στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του συστήματος, αλλά συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη διεύρυνση της ονομαστικής κατανάλωσης και τις πληθωριστικές ανατιμήσεις στην αγορά.
Πυρά ΠΑΣΟΚ κατά της κυβέρνησης για το φορολογικό σύστημα με φόντο την έκθεση της Κομισιόν
Σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για την ασκούμενη φορολογική πολιτική ασκούν με κοινή δήλωσή τους ο υπεύθυνος Κ.Τ.Ε. Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ, Πάρις Κουκουλόπουλος, και ο Τομέας Οικονομικών του κόμματος.
Αφορμή για την παρέμβαση αποτελούν τα στοιχεία της ετήσιας Έκθεσης Φορολογίας 2026 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα οποία, σύμφωνα με το ΠΑΣΟΚ, επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα διατηρεί ένα από τα πιο άδικα φορολογικά συστήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διαψεύδοντας παράλληλα την κυβερνητική ρητορική περί μείωσης 83 φόρων.
Στη δήλωση τονίζεται ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις ευνόησαν κυρίως τα υψηλότερα εισοδήματα και τις μεγάλες περιουσίες, αφήνοντας την καθημερινότητα των πολιτών χωρίς ουσιαστική βελτίωση.
Σύμφωνα με τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, η έκθεση της Κομισιόν καταγράφει τρεις συγκεκριμένες αρνητικές πρωτιές για τη χώρα μας.
Πρώτον, η Ελλάδα αναδεικνύεται πρωταθλήτρια στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τη φορολόγηση της εργασίας, με τον έμμεσο φορολογικό συντελεστή να αγγίζει το 44,8%, έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου που βρίσκεται στο 37,1%.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σχεδόν το μισό κόστος ενός εργαζομένου απορροφάται από το κράτος μέσω φόρων και εισφορών.
Δεύτερον, η χώρα εμφανίζει εξαιρετικά υψηλή επιβάρυνση στην κατανάλωση και τη μεγαλύτερη αύξηση συμμετοχής του ΦΠΑ στο φορολογικό μείγμα μεταξύ όλων των κρατών-μελών από το 2014 έως σήμερα.
Τρίτον, η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη θέση στην Ευρώπη στα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους, γεγονός που οφείλεται στην υπερφορολόγηση των καυσίμων και της ενέργειας, επιβαρύνοντας άμεσα τη λειτουργία νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ αμφισβητεί το κυβερνητικό αφήγημα για την αποτελεσματικότητα της μάχης κατά της φοροδιαφυγής μέσω της ψηφιοποίησης της ΑΑΔΕ.
Στη δήλωση επισημαίνεται ότι η άνοδος της εισπραξιμότητας των φόρων συνδέεται άμεσα με τη διεθνή τάση της ραγδαίας εξάπλωσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η οποία παρατηρείται σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Υπογραμμίζεται μάλιστα ότι η μείωση της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα είναι αναλογικά μικρότερη σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που παρουσιάζουν χαμηλότερη διείσδυση ηλεκτρονικών πληρωμών, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για την πραγματική αποδοτικότητα της κυβερνητικής στρατηγικής.
Θέτοντας το ερώτημα για την κατεύθυνση του πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου που προέκυψε από τον πληθωρισμό, την αυξημένη εταιρική κερδοφορία και τη βελτιωμένη εισπραξιμότητα, ο κ. Κουκουλόπουλος και ο Τομέας Οικονομικών κατηγορούν την κυβέρνηση ότι επέλεξε να μην προχωρήσει σε ουσιαστικές ελαφρύνσεις για τους πολίτες, αλλά να κρατήσει τη χώρα στην κορυφή της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας και της έμμεσης φορολογίας.
Καταλήγοντας, το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει το δικό του πλαίσιο προτάσεων, δεσμευόμενο για μια ριζική φορολογική μεταρρύθμιση με έντονο κοινωνικό πρόσημο. Η πρόταση του κόμματος περιλαμβάνει την ουσιαστική μείωση των φόρων στην εργασία, την εισαγωγή τιμαριθμικής αναπροσαρμογής στη φορολογική κλίμακα για την προστασία των μισθωτών και της μεσαίας τάξης, καθώς και τη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα στα επίπεδα του ευρωπαϊκού μέσου όρου.











