Ο δράστης πρέπει να δικαστεί για δύο ειδεχθή εγκλήματα

«Ο ένας εκ των συνηγόρων παραιτήθηκε, μάλλον επειδή η υπερασπιστική γραμμή του δολοφόνου βρισκόταν σε σύγκρουση με το σύστημα των ηθικών αξιών του. Ο έτερος των συνηγόρων κ. Αλέξανδρος Παπαγιαννίδης, άγνωστο γιατί (!), υιοθετεί την ορολογία υποβάθμισης του ειδεχθούς εγκλήματος που χρησιμοποιεί συστηματικά ο καθ’ ομολογίαν αποκρουστικός δολοφόνος» (από τα ΜΜΕ).

«Δεν υπήρχε κίνητρο ή προμελέτη. Ήταν ένα τραγικό συμβάν στις ακραίες συνθήκες εκείνης της νύχτας». Κάθε λέξη αυτής της απρόσωπης δήλωσης πρέπει να ακολουθείται από πολλά θαυμαστικά για το θράσος της, και όχι από ερωτηματικά για την εγκυρότητά της, γιατί τέτοια δεν υφίσταται. Αυτές οι φράσεις συνιστούν έσχατη ύβριν και αναφέρονται όχι σε μία αλλά σε δύο δολοφονίες:

Η μία αφορά την 20χρονη γυναίκα που δολοφονήθηκε με αγριότητα, εν ψυχρώ, και προσχεδιασμένα από έναν αμετανόητο φονιά. Η άλλη αφορά την ψυχική δολοφονία ενός βρέφους, που λίγο μετά τον ερχομό του σ’ έναν πανάθλιο κόσμο καταδικάστηκε να κουβαλά το ασήκωτο βάρος ενός «πατέρα» που δολοφόνησε τη μητέρα του και μιας μητέρας που δολοφονήθηκε από τον «πατέρα» του, καθιστώντας το πρωταγωνιστή μιας αρχαιοελληνικού τύπου τραγωδίας στην οποία η Νέμεσις δεν επιβάλλει κυρώσεις στον ένοχο αλλά στα αθώα θύματά του.

Η ειδεχθέστατη δολοφονία μιας 20χρονης κοπέλας και η ασύλληπτων συνεπειών μελλοντική ψυχική δολοφονία ενός βρέφους υποβαθμίζονται λεκτικά σε «τραγικό συμβάν» (λες και αναφερόμαστε, π.χ., σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα).

Το «δεν υπήρχε κίνητρο ή προμελέτη» συνοδεύεται σχεδόν πάντοτε από την επίκληση του «βρασμού ψυχής». Γιατί, αφού «δεν υπήρχε κίνητρο ή προμελέτη», το «τραγικό συμβάν» (!) συντελέστηκε «εν βρασμώ ψυχής». Και αυτό με τη σειρά του θα ακολουθηθεί από τη «δήλωση της ειλικρινούς (!) μεταμέλειας» (37 μέρες μετά τη στυγερή δολοφονία) και από το κερασάκι του «πρότερου έντιμου βίου» (!).

Λογικό συμπέρασμα: Η «ανυπαρξία κινήτρου και προσχεδιασμού», (!) ο «βρασμός ψυχής» (που σε βαθμό βρασμού… μηδέν επέτρεπε στον δολοφόνο να σκηνοθετήσει μια δήθεν ληστεία), η «ειλικρινής μεταμέλεια» (που δηλώνεται ψυχρά και χωρίς ίχνος συναισθηματικής συντριβής 37 ημέρες μετά το απεχθέστατο έγκλημα) και ο «πρότερος έντιμος βίος» (!) συνθέτουν ένα εκρηκτικό σύνολο ψευτο-ελαφρυντικών, τα οποία, στην απίθανη περίπτωση που γίνουν δεκτά από το δικαστήριο, θα αποτρέψουν την καταδίκη του σε ισόβια (ποινή που είναι ήδη συρρικνωμένη τυπικά στα 20 χρόνια) και θα αφήσουν έναν σύγχρονο Ρασκόλνικοφ να επιστρέψει σε μερικά χρόνια στον «έντιμο» πρότερο βίο του, έχοντας δολοφονήσει απολύτως προσχεδιασμένα, τελείως εν ψυχρώ και χωρίς ίχνος ειλικρινούς μεταμέλειας μια 20χρονη νεαρή γυναίκα και έχοντας καταδικάσει επίσης εν ψυχρώ ένα βρέφος να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του κουβαλώντας ένα ασήκωτο βάρος μιας δολοφονημένης μητέρας από το χέρι του… «πατέρα» του.

Όλα αυτά σκιαγραφούν μια πραγματικότητα που δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τα φληναφήματα των διάφορων «ειδικών» που έσπευσαν να διασφαλίσουν μερικά λεπτά «δημοσιότητας» κάνοντας λόγο για «έγκλημα πάθους, ζηλοτυπίας», για «τέρατα» (άνευ σημείων) και άλλες «ψυχολογικές» και «ψυχιατρικές» δήθεν ερμηνείες, που ουσιαστικά υποβάθμιζαν την ύψιστη τραγικότητα της πραγματικότητας μιας διπλής δολοφονίας.

Στο παρελθόν του δολοφόνου υπάρχει ένα σημείο που πρέπει να διερευνηθεί: Η ερωτική σχέση ενός ενήλικα (27 ετών, εν προκειμένω) με ένα κοριτσάκι (14 χρόνων) που ακόμη δεν έχει διαμορφώσει συνείδηση του εαυτού του στη νομική γλώσσα ορίζεται ως «αποπλάνηση ανηλίκου» και στην εν χρήσει γλώσσα ως «παιδεραστία». Κι αυτό, ανεξάρτητα απ’ το εάν επικαλύφθηκε εν συνεχεία μέσω ενός «γάμου» και μιας πρώτης εγκυμοσύνης σε ηλικία (15-16 χρόνων), όπου ένα παιδί δεν μπορεί να έχει επίγνωση του τι συνεπάγονται ένας γάμος και μια τεκνοποίηση.

Μια τέτοια εξαέρωση του αδικήματος της «αποπλάνησης ανηλίκου» (τουτέστιν, της παιδεραστίας) μπορεί να είναι σύμφωνη με τα ισχύοντα στα ισλαμικά θεοκρατικά καθεστώτα, αλλά είναι αντίθετη στο δίκαιο και τις παραδόσεις των δυτικών χωρών που είθισται να μην αποδέχονται την απενοχοποίηση της «αποπλάνησης» η οποία μεταμφιέζεται σε «γάμο», μετατρέποντας την ευκαιριακή αποπλάνηση σε αποπλάνηση διά βίου. Με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Η δολοφονία, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του δράστη και των δύο θυμάτων του, έφερε στο φως, μεταξύ των άλλων, και δύο ζητήματα που θα πρέπει κάποτε να αντιμετωπιστούν με τη σοβαρότητα που απαιτείται:

• Το πρώτο αφορά τον Δικηγορικό Σύλλογο: Μήπως θα πρέπει κάποτε να συμβουλεύσει δημοσίως τα μέλη του να αποφεύγουν να αναλαμβάνουν την υπεράσπιση δραστών τόσο ειδεχθών εγκλημάτων; Αυτό θα προστάτευε το ηθικό κύρος των μελών του, γιατί είναι ηθικά μη αποδεκτό να υπάρχουν δικηγόροι που αναλαμβάνουν την υπεράσπιση των δραστών εγκλημάτων τέτοιας φύσης.

Το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να έχει νομικό συμπαραστάτη μπορεί να διασφαλίζεται με τον διορισμό συνηγόρου του από το δικαστήριο. Έτσι ο διορισμένος δικηγόρος θα είναι απαλλαγμένος από το ηθικό και συνειδησιακό βάρος της επιτέλεσης ενός καθήκοντος που δεν το ανέλαβε αυτοβούλως, πράγμα που θα του επιτρέπει να λειτουργεί ως συστατικό στοιχείο της διαδικασίας απόδοσης της δικαιοσύνης (και όχι επειδή κινείται από αλλότρια κίνητρα που δεν έχουν σχέση με τη δικαιοσύνη).

• Το δεύτερο αφορά την πολιτεία. Η κατάργηση της θανατικής ποινής σε όλα τα πολιτισμένα κράτη είναι προφανώς σωστή, αφενός γιατί μετά την εκτέλεση αυτής της ποινής δεν υπάρχει δυνατότητα αναθεώρησής της εάν αποδειχθεί λανθασμένη και αφετέρου γιατί δεν μπορούν η κοινωνία και η πολιτεία να αντιμετωπίζουν το έγκλημα της εκτός νόμου αφαίρεσης της ζωής με την εντός νόμου αφαίρεσή της, πράγμα που την εξομοιώνει με τον δολοφόνο τουλάχιστον από την άποψη των μέσων.

Αλλά το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι τέτοιου είδους εγκλήματα μπορούν να αντιμετωπίζονται με την τυπική ποινή των «ισοβίων» δεσμών (που είναι ισόβια μόνο κατ’ όνομα). Στα ιδιαιτέρως ειδεχθή εγκλήματα (και, κυρίως, εκείνων σε βάρος παιδιών, γυναικών και ηλικιωμένων), τα «ισόβια» θα πρέπει να είναι ισόβια χωρίς εισαγωγικά και χωρίς τα υφιστάμενα «παραθυράκια» του νόμου και να εκτελούνται στο ακέραιο της τυπικής διάρκειάς τους των 20 χρόνων.

Επιπλέον η ποινή θα πρέπει να συνοδεύεται και από πρόσθετη επιβάρυνση του δράστη με υποχρεωτική 8ωρη αμειβόμενη εργασία, το προϊόν της οποίας θα κατανέμεται κατά ένα μέρος στον ίδιο (για την κάλυψη των προσωπικών του αναγκών), στην πολιτεία (για την κάλυψη του κόστους της «φιλοξενίας» και της διαβίωσής του, χωρίς να επιβαρύνει την κοινωνία) και, κυρίως, στα θύματα (για την αντιμετώπιση των σωματικών βλαβών και την -πρακτικά αδύνατη- κάλυψη των ψυχικών βλαβών που έχουν υποστεί).

Παρόμοια πρόταση έγινε από την ιστοσελίδα zougla.gr με αφορμή το κύμα των βιασμών παιδιών, γυναικών και ανδρών που ήρθαν στο φως με την υπόθεση Λιγνάδη και των (πολλών) άλλων της συνομοταξίας του.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Ένιωσα ότι έπρεπε να πάρω το μωρό στην αγκαλιά μου για να το προστατεύσω» (από τον «πατέρα» του)

Ένας μόνο αστυνομικός απ’ αυτούς που βρέθηκαν στη σκηνή του εγκλήματος συναισθάνθηκε τον κίνδυνο που πλανιόταν στην ατμόσφαιρα και στη συμπεριφορά του δολοφόνου που μόλις είχε απελευθερωθεί από το ψευτοδέσιμό του. Και έσπευσε ενστικτωδώς να πάρει το βρέφος από την αγκαλιά του δολοφόνου, και, όπως δήλωσε λίγο αργότερα: «Ένιωσα ότι έπρεπε να πάρω το μωρό στην αγκαλιά μου για να το προστατεύσω» (από τον «πατέρα» του). Αλάνθαστο ανθρώπινο ένστικτο που έμελλε να επαληθευτεί από την εξέλιξη των πραγμάτων.

Πηγη:zougla.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *